ΒΑΚΧΕΣ του Ευριπίδη

YAIR SHERMAN ENSEMBLE – ΙΣΡΑΗΛ

Ο βραβευμένος ισραηλινός σκηνοθέτης Γαΐρ Σιέρμαν παρουσιάζει τις Βάκχες του Ευριπίδη, σε μια σύγχρονη ανάγνωση του έργου, μια συναρπαστική σκηνοθετική προσέγγιση κι ένα υψηλής αισθητικής καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, την παραγωγή που του χάρισε το βραβείο «Golden Porcupine – Σκηνοθέτης της χρονιάς» για το 2016.

Στις Βάκχες, ένα από τα πλέον ολοκληρωμένα και αινιγματικά έργα της παγκόσμιας δραματουργίας, ο Διόνυσος πρωταγωνιστεί ως ανθρωποποιημένος θεός, εισχωρώντας ως μια νέα δύναμη για να επιβάλει τη δική του λατρεία. Σε ένα παιχνίδι συζεύξεων και μεταμορφώσεων, ο μύθος και η ιστορία συναντώνται με υπόβαθρο την ποιητική αναγωγή, ενώ με τρόπο απρόσμενο συνυπάρχουν το τραγικό, το δραματικό και το θεατρικό στοιχείο. Ο θεός Διόνυσος καταργεί τα σύνορα που υπάρχουν μεταξύ των ανθρώπων, της κοινωνικής τάξης, του φύλου, της ηλικίας, ακόμα και τη διαφορά ανάμεσα στην ανθρώπινη και θεία ιδιότητα. Η πόλη που αρνείται την ύπαρξή του θα γνωρίσει τη δύναμη και την κυριαρχία του θεού, μέσα από έναν μυστηριακό, σκοτεινό και αιματηρό εφιάλτη.

▪ Με ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους

DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL
DSL

▪ Υπό την αιγίδα της Πρεσβείας του Κράτους του Ισραήλ στην Κυπριακή Δημοκρατία

 

Περίληψη

Στις Βάκχες, ένα από τα πλέον ολοκληρωμένα και αινιγματικά έργα της παγκόσμιας δραματουργίας, ο Διόνυσος πρωταγωνιστεί ως ανθρωποποιημένος θεός, εισχωρώντας ως μια νέα δύναμη για να επιβάλει τη δική του λατρεία.

Στην πόλη της Θήβας -που βρίσκεται υπό την ηγεσία του νεαρού και αγαπητού Βασιλιά Πενθέα- καταφθάνει ένας μυστηριώδης ξένος, ισχυριζόμενος ότι είναι απεσταλμένος ενός άγνωστου θεού, του Διόνυσου. Ο Πενθέας -που μόλις έχει ανέλθει στην εξουσία- αρνείται να αποδεχτεί τις τελετουργίες και τη θεϊκή υπόσταση του Διόνυσου.

Ο χαρισματικός ξένος παρασύρει τις γυναίκες της πόλης -με επικεφαλής τη μητέρα του Βασιλιά, Αγαύη- στην παραφροσύνη των τελετουργιών της φύσης, των τρελών χορών, των τεράστιων οργίων και της ελεύθερης αγάπης. Η αναπόφευκτη σύγκρουση μεταξύ του νόμου και των τελετουργιών αυτών εξελίσσεται σε μια προσωπική, πικρή σύγκρουση μεταξύ των δύο ηγετών, που καταλήγει σε έναν τρομακτικό, απρόβλεπτο και αδιανόητο φόνο, στην καταστροφή του οίκου του Κάδμου.

  

Σκηνοθετικό σημείωμα

Οι Βάκχες είναι το τελευταίο έργο του Ευριπίδη. Κατά τη συγγραφή του έργου, ο περίφημος θεατρικός συγγραφέας ήταν εξόριστος και ζούσε στο παλάτι του ημιβάρβαρου Μακεδόνα Βασιλιά Αρχέλαου, αφού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα. Λίγο μετά την άφιξή του στη Μακεδονία, ο Ευριπίδης πέθανε πικραμένος και μόνος, πριν προλάβει να δει το τελευταίο του έργο να παρουσιάζεται στο Θέατρο του Διόνυσου στη γενέτειρά του, Αθήνα. Μετά το θάνατό του, ο Ευριπίδης ο νεότερος (ο γιος ή ο ανιψιός του ποιητή) δίδαξε τις Βάκχες στα Αθηναϊκά Διονύσια και πήρε το πρώτο βραβείο στους δραματικούς αγώνες (όπου ο Ευριπίδης -ο πρεσβύτερος- ποτέ δε διακρίθηκε, λόγω των αμφιλεγόμενων απόψεών του γύρω από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο).

Λέγεται συνήθως ότι οι Βάκχες είναι το σημαντικότερο αριστούργημα του Ευριπίδη, καθώς σφράγισε τον αθηναϊκό χρυσό αιώνα. Δύο χρόνια μετά τη συγγραφή του, η Αθήνα δέχτηκε ένα τελευταίο χτύπημα από τη Σπάρτη, στα πλαίσια του Πελοποννησιακού Πολέμου, χωρίς ποτέ να καταφέρει να ανακτήσει το μεγαλείο της. Υπό αυτό το πρίσμα, η τραγωδία αυτή του Ευριπίδη μπορεί να θεωρηθεί ένα έργο που σχετίζεται άμεσα με την εποχή του, αφού προοικονομεί τα γεγονότα τα οποία πρόκειται να εκτυλιχθούν. Από χρονικής άποψης, το έργο αντανακλά την καταστροφική θεώρηση ενός πικραμένου συγγραφέα -εξορισμένου στις τελευταίες στιγμές της ζωής του- που προοικονομεί το τέλος της πόλης που τον εγκατέλειψε.

Η προσέγγισή μου όταν δουλεύω πάνω σε ένα αρχαίο ελληνικό δράμα σήμερα, είναι να δίνω μια σύγχρονη ερμηνεία στα κλασικά γραπτά. Βρίσκω πάντα έναν τρόπο να κάνω το έργο προσωπικό, μιας και ο πυρήνας είναι σχετικός και αγγίζει -σε ένα μεγάλο βαθμό – την προσωπική μου ζωή σήμερα. Όλα τα αρχαία ελληνικά δράματα είναι βαθιά πολιτικά και μέσα από αυτά καταφέρνω να θέτω τόσο πολιτικά, όσο και προσωπικά ερωτήματα, τα οποία δεν έχουν μόνο μία απάντηση. Αντίθετα, εξετάζουν από διάφορες οπτικές γωνίες το τι είναι σωστό και τι λάθος.

Όσο θα υπάρχει το αρχαίο δράμα, θα υπάρχουν και λόγοι για νέες διασκευές. Είναι πάντοτε συναρπαστικό να βλέπεις διαφορετικές ερμηνείες της ίδιας ιστορίας, σε καινούριες και σύγχρονες εκδοχές. Ο καθένας μας, λοιπόν, επιθυμεί να δώσει νέα πνοή στα παλιά και θαυμάσια κείμενα του αρχαίου ελληνικού δράματος.

Το πρώτο πράγμα που αναζητώ όταν ξεκινώ να δουλεύω πάνω σε ένα νέο έργο είναι ένα σκοινί που να συνδέει τα πάντα μεταξύ τους. Κάτι σαν σπονδυλική στήλη, ή σαν μια καρδιά που χτυπάει.

Σε αυτήν την περίπτωση, είναι προφανές ότι η ιστορία παρακολουθεί την εκδίκηση που παίρνει ο Διόνυσος. Η πρόκληση ήταν να κατανοήσω την εκδίκηση αυτή και να εξετάσω με ποιους τρόπους έχει να κάνει με μένα, με μια βαθύτερη και υπαρξιακή έννοια.

Μελετώντας περισσότερο το μύθο, ανακάλυψα περισσότερα πράγματα και για τη ζωή του Ευριπίδη. Έφτασα στο συμπέρασμα, λοιπόν, ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ του ίδιου και του Διόνυσου. Και οι δύο είναι καλλιτέχνες, επαναστάτες, μη αναγνωρισμένοι στην εποχή τους, αστείοι και -ίσως- βίαιοι. Παραδόξως, αυτά τα χαρακτηριστικά μου θυμίζουν λίγο τον εαυτό μου.

Αποφάσισα να υιοθετήσω την υπόθεση ότι ο Ευριπίδης επέλεξε να χρησιμοποιήσει το μύθο του Διόνυσου για να αγγίξει μέσα από ένα έργο κάτι που δεν πέτυχε στη δική του ζωή: την αναγνώριση. Την απόλυτη επιθυμία ενός καλλιτέχνη. Γι’ αυτό και χώρισα το χαρακτήρα του Διόνυσου σε δύο ξεχωριστούς χαρακτήρες, ένα ego και ένα alter ego: τον Ευριπίδη και τον Διόνυσο. Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα θέατρο black box (μαύρο κουτί), στο οποίο οι χαρακτήρες ζωντανεύουν στο μυαλό του καλλιτέχνη. Ο χορός -που στο πρωτότυπο συνοδεύει τον θεό- σε αυτήν τη διασκευή βοηθά τον βασανισμένο καλλιτέχνη να διηγηθεί την ιστορία. Τα μέλη του είναι «οι ουδέτεροι άνθρωποι στο παρασκήνιο», αυτοί που «γυρίζουν τον τροχό» για να ειπωθεί η ιστορία.

Η σύγχρονη αυτή διασκευή του έργου, διηγείται δύο τραγωδίες: την τραγωδία της πτώσης του οίκου του Κάδμου στη Θήβα, καθώς και αυτήν ενός καλλιτέχνη που δεν κατάφερε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα.

Γαΐρ Σιέρμαν


Γαΐρ Σιέρμαν
(βιογραφικό)

Ο Γαΐρ Σιέρμαν είναι βραβευμένος σκηνοθέτης και μια από τις πιο ελπιδοφόρες νέες φωνές στο ισραηλινό θέατρο σήμερα.

Ο Σιέρμαν γεννήθηκε στο Σαν Χοσέ το 1984 και μεγάλωσε στην Ιερουσαλήμ. Το 2003 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου σπούδασε στην Αμερικανική Μουσική και Δραματική Ακαδημία (AMDA). Με την ολοκλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στο Ισραήλ,και ζει στο Τελ Αβίβ. Έχει εργαστεί ως σκηνοθέτης σε πολλά θέατρα σε όλη τη χώρα και διδάσκει σε τρεις από τις κορυφαίες δραματικές ακαδημίες του Ισραήλ.

Το 2016, κέρδισε βραβεία για δύο ξεχωριστές παραγωγές: Το βραβείο «Καλύτερης σκηνοθεσίας» για την παραγωγή του Βάχκες, στα ετήσια βραβεία Kipod Hazahav Fringe του Ισραήλ και τα βραβεία «Καλύτερης σκηνοθεσίας», «Καλύτερου έργου» και «Ερμηνείας Β΄ Ανδρικού Ρόλου» για το The Endless Mourner στο Διεθνές Φεστιβάλ Kufar στο Μινσκ της Λευκορωσίας.

 

  • Τετάρτη 26 Ιουλίου│Αρχαίο Ωδείο Πάφου
  • Παρασκευή 28 Ιουλίου│Αμφιθέατρο «το σκαλί», Αγλαντζιά

Μετάφραση: Αχαρόν Σαπτάι
Σκηνοθεσία: Γαΐρ Σιέρμαν
Μουσική σύνθεση: Ελντάντ Λιντόρ
Σκηνικά: Άνταμ Κέλλερ
Κοστούμια: Ρόνα Πλότεκ
Σχεδιασμός φωτισμών: Νατάβ Μπαρνέα
Προσαρμογή φωτισμών/χειριστής: Αμίρ Κάστρο
Τεχνικός φωτισμού: Ναόρ Ιζσάκ

 

Διανομή:
Διόνυσος: Νατάβ Μπόσσεμ
Τειρεσίας:  Ούρι Αβραχάμι
Κάδμος: Αβλί Πνίνι
Πενθέας: Σαΐ Εγκόζι
Άγγελος Α΄: Όρα Μεΐρσον
Άγγελος Β΄: Εγιάλ Χεΐνε Γκάλλι
Αγαύη: Σίρι Γκολάν
Ευριπίδης: Νιτσάν Ρότσιλντ

Βάκχες:
Ζόχαρ Μεϊντάν,
Ορέλ Μαόρ,
Μιχάλ Βάινμπεργκ,
Ρουθ Νταννόν